Άγριο έγκλημα: Αυτός είναι ο 46χρονος που σκότωσε τον πατέρα του
Η υπόθεση που συγκλόνισε το πανελλήνιο αποκαλύπτει σοβαρές αστοχίες του συστήματος, με έναν επικίνδυνα επιεική νόμο στο επίκεντρο.
Η υπόθεση της διπλής οικογενειακής τραγωδίας στη Γλυφάδα επαναφέρει με σκληρό τρόπο στο προσκήνιο τα όρια, αλλά και τα κενά του νομικού και ψυχιατρικού πλαισίου. Ένας άνθρωπος που είχε ήδη σκοτώσει τη μητέρα του, βρέθηκε ελεύθερος λίγα χρόνια αργότερα και κατέληξε να δολοφονήσει και τον ηλικιωμένο πατέρα του, προκαλώντας σοκ και οργή στην κοινή γνώμη.
Ο 46χρονος είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της μητέρας του, όμως δεν του επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη. Το δικαστήριο είχε κρίνει ότι πρόκειται για άτομο με μειωμένο καταλογισμό, λόγω σοβαρής ψυχικής νόσου, επιβάλλοντάς του ποινή 16 ετών. Ωστόσο, ένα κρίσιμο νομικό πλαίσιο άνοιξε τον δρόμο για την αποφυλάκισή του μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα.
Όπως αποκάλυψε η δικαστική συντάκτρια Ιωάννα Μάνδρου μιλώντας στο Live News, ο νόμος που εφαρμόστηκε ήταν «επικίνδυνα επιεικής». Έδινε τη δυνατότητα σε έναν διαγνωσμένα βαριά ψυχικά ασθενή, καταδικασμένο για στυγερό έγκλημα, να αποφυλακιστεί υπό όρους, χωρίς ουσιαστικές ασφαλιστικές δικλίδες.
Παρότι είχε διαταχθεί ακούσια νοσηλεία, ο 46χρονος μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικά νοσοκομεία χωρίς να παραμένει για μεγάλο διάστημα. Οι περιοριστικοί όροι αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για έναν άνθρωπο με τέτοιο ιστορικό, ενώ η παρακολούθηση της κατάστασής του φάνηκε αποσπασματική και χωρίς συνέχεια.
Η ευθύνη, όπως τονίστηκε, δεν βαραίνει μόνο το νομικό πλαίσιο. Στο κάδρο μπαίνουν οι γιατροί που γνωμάτευσαν, οι δικαστικές αρχές που ενέκριναν την υφ’ όρον απόλυση, αλλά και το οικογενειακό περιβάλλον. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν αφορά μόνο μία οικογένεια, αλλά χιλιάδες περιπτώσεις ψυχικά πασχόντων στην Ελλάδα, όπου η άρνηση ή η αδυναμία αποδοχής της πραγματικότητας οδηγεί σε τραγικές συνέπειες.
Σύμφωνα με συγγενείς, ο 46χρονος μέχρι τα 30 του χρόνια φαινόταν να ζει μια σχετικά φυσιολογική ζωή. Είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, ωστόσο από παιδί παρουσίαζε περίεργη και εσωστρεφή συμπεριφορά, δεχόταν έντονο bullying και δεν είχε τη στήριξη που χρειαζόταν. Μετά το διαζύγιο των γονιών του, έμεινε με τη μητέρα του στο σπίτι της οικογένειας στη Γλυφάδα, εκεί όπου το 2014 γράφτηκε το πρώτο αιματηρό κεφάλαιο.
Τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς, ο τότε 34χρονος δολοφόνησε τη μητέρα του μέσα στο μπάνιο του σπιτιού, καταφέροντάς της δεκάδες μαχαιριές. Η εικόνα που αντίκρισαν οι αστυνομικοί ήταν αποτρόπαια, ενώ η διάγνωση της σοβαρής ψυχικής νόσου ήρθε μόνο μετά το έγκλημα. Ο ίδιος παραδόθηκε ψύχραιμος, δηλώνοντας μετανιωμένος, πηγαίνοντας ακόμη και στον τάφο της μητέρας του.
Παρά τα σαφή προειδοποιητικά σημάδια, η οικογένεια –σύμφωνα με μαρτυρίες– εθελοτυφλούσε επί χρόνια. Συγγενείς μιλούν ανοιχτά για σχιζοφρένεια που ήταν εμφανής από μικρή ηλικία, χωρίς όμως να έχει υπάρξει έγκαιρη διάγνωση ή ουσιαστική παρέμβαση.
Μετά την αποφυλάκισή του, ο πατέρας του ήταν εκείνος που φέρεται να βοήθησε ενεργά τον γιο του, πιστεύοντας ότι δεν θα του έκανε κακό. Η τραγική εξέλιξη απέδειξε πόσο λανθασμένη και μοιραία ήταν αυτή η εκτίμηση, οδηγώντας τελικά στη δεύτερη δολοφονία και σε έναν νέο κύκλο πένθους και ερωτημάτων.
Η υπόθεση της Γλυφάδας ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το πώς η Δικαιοσύνη, η Ψυχιατρική και η οικογένεια οφείλουν να λειτουργούν συντονισμένα. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τα «παραθυράκια» του νόμου μετατρέπονται σε θανατηφόρες παγίδες.
Ακολούθησε το Postnow.gr στο Facebook για όλες τις τελευταίες ειδήσεις