Απομονωμένος σε χωριό για χρόνια: Η μυστηριώδης… εξαφάνιση του πιο περιζήτητου ηθοποιού των 80’s
Τον είπαν καλόγερο, τον ήθελαν χαμένο, όμως εκείνος διάλεξε τη σιωπή, την οικογένεια και μια ζωή μακριά από τα φώτα.
Υπάρχουν πρόσωπα του ελληνικού κινηματογράφου που προκαλούν ακόμη απορία: πώς γίνεται άνθρωποι με τόσο έντονη παρουσία, τόσο ιδιαίτερο ταλέντο και τόσο ισχυρό αποτύπωμα να εξαφανίστηκαν σχεδόν από τη μία μέρα στην άλλη. Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι ο Διονύσης Ξάνθος, ένας ηθοποιός που τη δεκαετία του ’80 θεωρήθηκε από τους πιο τολμηρούς και χαρισματικούς της γενιάς του.
Με χαρακτηριστικό παχύ μουστάκι, αρρενωπή εμφάνιση και έντονη σκηνική ενέργεια, ο Ξάνθος δεν δίστασε ποτέ να αναλάβει ρόλους που άλλοι απέφευγαν. Υποδύθηκε χαρακτήρες «ακραίους», κοινωνικά αποκλίνοντες και βαθιά τραγικούς, κερδίζοντας τον σεβασμό κριτικών και κοινού. Από τον εκδιδόμενο εραστή στο «Ο ζιγκολό της Αθήνας», μέχρι τον αυτόχειρα μοτοσυκλετιστή στον «Γύρο του Θανάτου», οι ερμηνείες του δεν περνούσαν ποτέ απαρατήρητες.
Καθοριστικός σταθμός στην πορεία του υπήρξε η ταινία «Άγγελος» του 1982. Μια ταινία-σταθμός για τα ελληνικά δεδομένα, που προκάλεσε σάλο και έντονες αντιδράσεις, καθώς ήταν η πρώτη που άγγιξε ανοιχτά ζητήματα ομοφυλοφιλίας, τρανς ταυτότητας και της σκοτεινής πλευράς της αθηναϊκής νύχτας. Ο ρόλος του εραστή του «Άγγελου» τον καθιέρωσε ως ηθοποιό που δεν φοβόταν να εκτεθεί, να ρισκάρει και να μπει βαθιά σε δύσκολα κοινωνικά μονοπάτια.
Η ιστορία πίσω από την επιλογή του για τον ρόλο μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Μόλις είχε ολοκληρώσει τις καλλιτεχνικές του σπουδές, όταν άφησε λίγες φωτογραφίες του σε γραφεία παραγωγής, γράφοντας απλώς το όνομά του. Την επόμενη ημέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Γιώργος Κατακουζηνός, ο οποίος πείστηκε πρώτα για τον πρωταγωνιστή και στη συνέχεια «έχτισε» την ίδια την ταινία γύρω από αυτόν.
Για τις ανάγκες του ρόλου, ο Διονύσης Ξάνθος βυθίστηκε στην αθηναϊκή νύχτα, γνώρισε ανθρώπους των «πιάτσων», άλλαξε σωματικά, πήρε βάρος και έζησε από κοντά τις ιστορίες που θα ενσάρκωνε. «Ήταν μια ταινία δίκοπο μαχαίρι», έχει πει. «Ή θα μας χλεύαζαν ή θα κερδίζαμε τον σεβασμό. Τελικά συνέβη το δεύτερο».
Η επιτυχία συνεχίστηκε με ταχύτατους ρυθμούς. Μετά τον «Άγγελο», συνεργάστηκε με τον Νίκο Φώσκολο, κερδίζοντας ρόλο ανάμεσα σε εκατοντάδες υποψήφιους, ενώ για τα «Άγρια Νιάτα» προπονήθηκε μήνες στο μποξ. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια, είχε πρωταγωνιστήσει σε τέσσερις μεγάλες ταινίες, την ώρα που οι δύο πρώτες προβάλλονταν ταυτόχρονα στους κινηματογράφους.
Κι όμως, στο απόγειο της επιτυχίας του, άρχισε να λέει «όχι». Ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι αρνήθηκε ρόλους, αμοιβές και συνεργασίες, επειδή δεν ήθελε να επαναλαμβάνεται. Αυτό το κόστος τον οδήγησε σε περιόδους ανεργίας, αλλά και σε προσωπικές δοκιμασίες, καθώς ο ίδιος έχει μιλήσει ανοιχτά για τη σχέση του με το αλκοόλ και τις ουσίες, αλλά και για τη φυλάκισή του λόγω οικονομικών εκκρεμοτήτων εταιρείας που είχε δημιουργήσει.
Κάποια στιγμή, ο Διονύσης Ξάνθος απλώς εξαφανίστηκε. Οι φήμες οργίασαν: άλλοι έλεγαν πως κλείστηκε σε μοναστήρι, άλλοι πως αποσύρθηκε οριστικά από την τέχνη. Η αλήθεια, όπως αποκάλυψε χρόνια αργότερα, ήταν διαφορετική. Επέλεξε να φύγει από την Αθήνα, να ζήσει ασκητικά σε παραθαλάσσιο χωριό της Πελοποννήσου, μαζί με την οικογένειά του, καλλιεργώντας τη γη και μεγαλώνοντας τα παιδιά του μακριά από τη δημοσιότητα.
«Δεν έγινα καλόγερος», είχε ξεκαθαρίσει. «Απλώς διάλεξα μια ζωή ήσυχη, ανθρώπινη, χωρίς φασαρία». Τα τελευταία χρόνια έχει επιστρέψει μόνιμα στην Αθήνα και, αν και είχε προαναγγείλει την επιστροφή του στην υποκριτική, αυτή δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.
Ο «ζιγκολό της Αθήνας» μπορεί να έφυγε από τα φώτα, αλλά παραμένει ένα από τα πιο ιδιαίτερα κεφάλαια του ελληνικού κινηματογράφου – ένας ηθοποιός που προτίμησε τη ζωή από τη δόξα.
Ακολούθησε το Postnow.gr στο Facebook για όλες τις τελευταίες ειδήσεις