Επικίνδυνα χημικά «κρύβονται» στις κουζίνες μας – Τι πρέπει να κάνουμε

Πρόσθετα, συσκευασίες και σκεύη φέρνουν καθημερινά τον οργανισμό σε επαφή με ουσίες που προβληματίζουν την επιστημονική κοινότητα.

Επικίνδυνα χημικά «κρύβονται» στις κουζίνες μας - Τι πρέπει να κάνουμε

Ένα φαινομενικά απλό γεύμα μπορεί να συνοδεύεται από μια λιγότερο ορατή διάσταση της καθημερινότητας: χημικές ουσίες που σχετίζονται με τα πλαστικά και βρίσκονται γύρω από τα τρόφιμα, από τη συσκευασία και τα σκεύη, μέχρι τα δοχεία αποθήκευσης και τα εργαλεία μαγειρικής. Στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης βρίσκονται ομάδες ουσιών όπως οι PFAS, γνωστές και ως «αιώνιες χημικές ουσίες», οι φθαλικές ενώσεις, οι δισφαινόλες (BPA και συγγενείς όπως BPS και BPF), αλλά και τα επιβραδυντικά φλόγας. Ανάλογα με την ουσία και τα διαθέσιμα δεδομένα, ερευνητές τις συνδέουν με ενδοκρινικές διαταραχές, παρεμβάσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα και αυξημένο κίνδυνο για ορισμένες παθήσεις.

Το κρίσιμο σημείο, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν είναι ότι «όλα τα πλαστικά είναι ίδια», αλλά ότι σπάνια αποτελούνται μόνο από το βασικό πολυμερές. Στις περισσότερες περιπτώσεις περιέχουν πρόσθετα, ώστε να αποκτήσουν συγκεκριμένες ιδιότητες: ευκαμψία ή σκληρότητα, αντοχή στη θερμότητα, ανθεκτικότητα στους λεκέδες, επιβράδυνση φλόγας ή χρώμα. Αυτά τα πρόσθετα είναι που συνοδεύουν το υλικό από την παραγωγή μέχρι την καθημερινή χρήση και δυνητικά μέχρι το φαγητό.

Χαρτογράφηση χημικών: Ένα πρόβλημα κλίμακας

Το εύρος του ζητήματος αποτυπώνεται σε διεθνή βάση δεδομένων που ανέπτυξαν επιστήμονες στην Ελβετία και τη Νορβηγία και αξιοποιήθηκε σε ρεπορτάζ της Washington Post. Σύμφωνα με αυτή, περίπου 16.000 χημικές ουσίες συνδέονται με πλαστικά υλικά. Πάνω από 5.400 από αυτές καταγράφονται ως ουσίες που πληρούν κριτήρια «ανησυχίας» για την ανθρώπινη υγεία, ενώ για περισσότερες από 10.700 δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να αξιολογηθεί με σαφήνεια η ασφάλειά τους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι μόλις 161 ουσίες εμφανίζονται ως «μη επικίνδυνες». Για τη μεγάλη πλειονότητα είτε υπάρχουν ενδείξεις κινδύνου είτε απουσιάζουν βασικά δεδομένα. Ο Martin Wagner, καθηγητής βιολογίας στο Νορβηγικό Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας, σημειώνει ότι οι δημόσιες αρχές δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τον ρυθμό με τον οποίο νέες ουσίες εισέρχονται στην αγορά και ενσωματώνονται σε προϊόντα καθημερινής χρήσης.

Το ζήτημα εντείνεται αν συνυπολογιστεί η παγκόσμια παραγωγή πλαστικού, που φτάνει περίπου τους 450 εκατομμύρια μετρικούς τόνους ετησίως. Σχεδόν όλος αυτός ο όγκος περιλαμβάνει κάποιο είδος πρόσθετου, γεγονός που μετατρέπει το θέμα σε πρόβλημα μεγάλης κλίμακας.

Πώς «μεταναστεύουν» οι ουσίες στα τρόφιμα

Οι διαδρομές έκθεσης δεν είναι μοναδικές. Σε υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, καθοριστικό ρόλο παίζουν η θερμότητα και το είδος του φαγητού. Όταν τα πλαστικά θερμαίνονται ή έρχονται σε επαφή με λιπαρά ή όξινα τρόφιμα, ορισμένα πρόσθετα μπορούν να μετακινηθούν από το υλικό στο περιεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση οδηγεί αυτόματα σε επικίνδυνη έκθεση, αλλά περιγράφει τον μηχανισμό μέσω του οποίου η πιθανότητα αυξάνεται.

Ένας ακόμη δρόμος αφορά την ανακύκλωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μαύρο πλαστικό, όπως δίσκοι ή σπάτουλες, που συχνά προέρχεται από ανακυκλωμένα ηλεκτρονικά απόβλητα και μπορεί να περιέχει βρωμιωμένα επιβραδυντικά φλόγας. Ορισμένες μελέτες έχουν συνδέσει αυτές τις ουσίες με επιπτώσεις στη νευροανάπτυξη παιδιών, γεγονός που καθιστά την κουζίνα ιδιαίτερα ευαίσθητο χώρο.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται:

  • PFAS, που χρησιμοποιούνται ευρέως σε αντικολλητικές επιφάνειες και κομποστοποιήσιμα σκεύη, αλλά ανιχνεύονται και στο νερό.

  • Φθαλικές ενώσεις, οι οποίες εντοπίζονται συχνά σε υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και εξοπλισμό αποθήκευσης.

  • Δισφαινόλες, με τη BPA να έχει περιοριστεί σε ορισμένες χρήσεις, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει συγγενείς ουσίες, παρά τις ενδείξεις «χωρίς BPA».

Όπως επισημαίνει η Jane Muncke από το Food Packaging Forum, η επεξεργασία τροφίμων περιλαμβάνει πολλά στάδια επαφής με υλικά, γεγονός που αυξάνει τα πιθανά σημεία έκθεσης.

Βιομηχανία και επιστήμονες: Δύο διαφορετικές οπτικές

Η χημική βιομηχανία υποστηρίζει ότι τα πρόσθετα εξυπηρετούν κρίσιμες λειτουργίες και ότι η τυπική έκθεση παραμένει εντός ορίων ασφαλείας. Εκπρόσωποι του κλάδου τονίζουν ότι τα υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα αξιολογούνται επιστημονικά πριν κυκλοφορήσουν.

Οι ερευνητές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι στην πραγματική ζωή η έκθεση δεν αφορά μεμονωμένες ουσίες, αλλά μείγματα. Παράλληλα, υπογραμμίζουν την ιδιαίτερη ευαισθησία παιδιών και εμβρύων σε ουσίες με ενδοκρινική δράση. Ενδεικτικά, μελέτες συνδέουν αυξημένη έκθεση σε ορισμένα πρόσθετα με πρόωρους τοκετούς, μειωμένο δείκτη νοημοσύνης και αυξημένο κίνδυνο μεταβολικών διαταραχών.

Πρακτικά βήματα για μείωση της έκθεσης

Σε καθημερινό επίπεδο, οι ειδικοί προτείνουν απλά μέτρα, όπως:

  • αποφυγή ζεστάματος φαγητού σε πλαστικά δοχεία,

  • περιορισμό αποθήκευσης λιπαρών ή όξινων τροφίμων σε πλαστικό,

  • χρήση γυαλιού ή ανοξείδωτου χάλυβα,

  • μείωση κατανάλωσης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων,

  • περισσότερη προετοιμασία γευμάτων στο σπίτι.

Ωστόσο, ουσίες όπως οι PFAS παραμένουν στο περιβάλλον και μπορούν να επανεμφανιστούν μέσω νερού, εδάφους και τροφικής αλυσίδας, γεγονός που καθιστά σαφές ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο ατομικές επιλογές.

Συμπέρασμα

Τα πρόσθετα στα πλαστικά και οι λεγόμενες «αιώνιες χημικές ουσίες» αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως θέμα δημόσιας υγείας. Από τον σχεδιασμό και την ανακύκλωση των υλικών μέχρι την καθημερινή χρήση τους στην κουζίνα, οι επιστήμονες ζητούν αυστηρότερη ρύθμιση, διαφάνεια και ουσιαστικό έλεγχο, ώστε ό,τι φτάνει στο πιάτο να είναι πραγματικά ασφαλές.

Πηγή: ygeiamou.gr

Avatar photo

Συντακτική Ομάδα Postnow.gr

Η συντακτική ομάδα του Postnow.gr αποτελείται από δημοσιογράφους με χρόνια εμπειρίας στο χώρο των ιστοσελίδων. Στόχος είναι η έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση γύρω από ένα ευρύ φάσμα θεματολογίας.