ΠΟΛΕΜΟΣ: ΧΑΜΟΣ ΜΕ ΗΠΑ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ – ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εμφανίζονται ενωμένα στο μέτωπο κατά του Ιράν, αλλά οι πραγματικοί πολεμικοί στόχοι τους αρχίζουν να αποκλίνουν θεαματικά, επηρεάζοντας όχι μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Στην Ουάσιγκτον ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε ένα «γρήγορο» στρατιωτικό αποτέλεσμα και την οργή των ψηφοφόρων για τον οικονομικό πόνο, ενώ στην Ιερουσαλήμ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου βλέπει μια ιστορική ευκαιρία για καθεστωτική ανατροπή στην Τεχεράνη.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος κατά του Ιράν, ο Λευκός Οίκος και το γραφείο του Νετανιάχου μιλούσαν με μία φωνή για «αλλαγή καθεστώτος» και κάλεσμα στους Ιρανούς να «πάρουν πίσω» τη χώρα τους. Τρεις εβδομάδες μετά, Αμερικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι οι στρατηγικοί στόχοι έχουν διαφοροποιηθεί, με την Ουάσιγκτον να θέλει περιορισμένη εκστρατεία και το Ισραήλ να επιμένει σε μια εκδοχή «καμένης γης» για την ιρανική οικονομία και ενεργειακή υποδομή.
Η επίθεση του Ισραήλ στο γιγαντιαίο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars –το μεγαλύτερο στον κόσμο, που μοιράζονται Ιράν και Κατάρ– πυροδότησε τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ. Ο Τραμπ έσπευσε δημοσίως να δηλώσει ότι η Ουάσιγκτον «δεν γνώριζε τίποτα» για το χτύπημα και ότι το Κατάρ «δεν είχε καμία εμπλοκή», την ώρα που πηγές ασφαλείας υπογράμμιζαν πως η Ουάσιγκτον είχε ειδοποιηθεί εκ των προτέρων από το Ισραήλ.
ΗΠΑ, Ισραήλ και το τίμημα του πολέμου
Το χτύπημα στο South Pars εκτόξευσε τις τιμές ενέργειας, προκάλεσε ιρανικά αντίποινα σε εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στο Κατάρ και πυραυλική επίθεση στο Ριάντ, επιβεβαιώνοντας τον παγκόσμιο αντίκτυπο της σύγκρουσης. Με το Στενό του Ορμούζ σχεδόν κλειστό στη ναυσιπλοΐα και το πετρέλαιο πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σύρραξη που έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή σε 13 Αμερικανούς, αλλά και με την προοπτική μιας βαθιάς οικονομικής αναταραχής.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό των ΗΠΑ φουντώνει η κριτική για τον ρόλο του Ισραήλ στην κλιμάκωση: η παραίτηση του ανώτατου συμβούλου για την αντιτρομοκρατία, Τζο Κεντ, συνοδεύτηκε από καταγγελία ότι η Ουάσιγκτον «σέρνεται σε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή λόγω της πίεσης του Ισραήλ και του πανίσχυρου λόμπι του». Η οργή του σκληρού πυρήνα του «America First» για την επιρροή του Τελ Αβίβ στην απόφαση για πόλεμο υποχρεώνει τον Τραμπ να επαναπλαισιώσει τη σύγκρουση ως δική του επιλογή, παράλληλα όμως να κρατά αποστάσεις από τις πιο ριψοκίνδυνες επιχειρήσεις του Ισραήλ.
ΗΠΑ – Ισραήλ: κοινοί εχθροί, διαφορετικά όρια
Επισήμως, ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι ο πόλεμος δεν είναι «ανοικτού τέλους» και ότι ο Τραμπ έχει χαράξει τέσσερις σαφείς στόχους: την καταστροφή του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος, την εξουδετέρωση του ναυτικού της Τεχεράνης, τον περιορισμό των περιφερειακών συμμάχων της και την εγγύηση πως δεν θα αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο. Οι ΗΠΑ εστιάζουν κυρίως σε στρατιωτικούς στόχους, επιχειρώντας να κρατήσουν όρθιο, όσο γίνεται, τον οικονομικό κορμό του Ιράν ώστε να μην τιναχθεί στον αέρα η παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Αντίθετα, το Ισραήλ έχει εξαπολύσει μαζική εκστρατεία κατά του εσωτερικού μηχανισμού ασφαλείας του ιρανικού καθεστώτος, με περίπου 40% των εκτιμώμενων 8.000 ισραηλινών πληγμάτων να στοχεύουν δυνάμεις ασφαλείας, εγκαταστάσεις καταστολής και πυρήνες της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς. Από τη στοχευμένη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και την εξόντωση ισχυρών στελεχών όπως ο Αλί Λαριτζανί και ο Γχολαμρεζά Σολεϊμανί, μέχρι την καταστροφή κέντρων της IRGC και σημείων ελέγχου της πολιτοφυλακής Μπασίτζ, ο Νετανιάχου επιδιώκει να «αποκεφαλίσει» το καθεστώς και να διαλύσει το δίκτυο καταστολής στο εσωτερικό.
ΗΠΑ – Ισραήλ: πολιτικό ρίσκο και καθεστωτικό τζόγος
Παρά την κλιμάκωση, ούτε οι αμερικανικές ούτε οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών βλέπουν το ιρανικό καθεστώς να «σπάει», αναγνωρίζοντας ότι η εξουσία του παραμένει συμπαγής και μάλιστα σκληραίνει. Ισραηλινοί αξιωματούχοι ομολογούν ότι μια αεροπορική εκστρατεία από μόνη της σπάνια ρίχνει καθεστώτα, ελπίζουν όμως πως ο όγκος των περίπου 16.000 αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων θα αποδυναμώσει τις δυνάμεις ασφαλείας και θα ενθαρρύνει μια νέαεξέγερση, παρά τον φόβο ότι η αντιπολίτευση θα «σφαγιαστεί» στον δρόμο.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, δημοσκοπήσεις του Israel Democracy Institute δείχνουν πως το 93% των Εβραίων Ισραηλινών στηρίζει τον πόλεμο και επιθυμεί τη συνέχισή του μέχρι την πτώση του ιρανικού καθεστώτος, προσφέροντας πολιτικό καύσιμο στον Νετανιάχου. Αντίθετα, στις ΗΠΑ ο Τραμπ ακροβατεί: από τη μία δηλώνει ότι η «Επική Μανία» (Operation Epic Fury) είναι επιτυχία, από την άλλη δέχεται πίεση να ανοίξει πλήρως το Στενό του Ορμούζ και να σταθεροποιήσει τις αγορές χωρίς να βάλει Αμερικανούς στρατιώτες στο ιρανικό έδαφος, σύμφωνα με τη Washington Post.
Την Πέμπτη ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα στείλει χερσαίες δυνάμεις, λέγοντας «όχι, δεν βάζω στρατεύματα πουθενά», την ώρα που οι στρατιωτικοί του εισηγούνται ότι ίσως χρειαστεί κλιμάκωση για να διασφαλιστεί η ναυσιπλοΐα και –στην ακραία εκδοχή– να προκύψει η πολυπόθητη αλλαγή καθεστώτος. Σε αυτό το ρευστό πεδίο, το «ρήγμα» ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ισραήλ δεν είναι μόνο στρατηγικό, αλλά και πολιτικό, με δύο ηγέτες που παίζουν το μέλλον τους πάνω στη γραμμή φωτιάς της Τεχεράνης.
Ακολούθησε το Postnow.gr στο Facebook για όλες τις τελευταίες ειδήσεις