Πόλεμος: Πώς επηρεάζονται βασικά είδη διατροφής από το ψωμί μέχρι τα ζυμαρικά
Η διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ προκαλεί ανησυχία για ελλείψεις λιπασμάτων, άνοδο τιμών τροφίμων και πιέσεις στους αγρότες.
Σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα λιπασμάτων ενδέχεται να προκαλέσει το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, με αναλυτές να προειδοποιούν για πιθανές επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή και την επισιτιστική ασφάλεια.
Η διέλευση πλοίων από τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό, που βρίσκεται στα νότια του Ιράν, έχει σε μεγάλο βαθμό διακοπεί μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Από το συγκεκριμένο πέρασμα εκτιμάται ότι διέρχεται περίπου το ένα τρίτο έως το ένα τέταρτο του παγκόσμιου εμπορίου πρώτων υλών για λιπάσματα, αλλά και περίπου το ένα πέμπτο του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου που μεταφέρεται δια θαλάσσης.
Το de facto κλείσιμο των Στενών επηρεάζει κυρίως τη μεταφορά αμμωνίας και αζώτου, βασικών συστατικών για την παραγωγή συνθετικών λιπασμάτων. Το συνθετικό άζωτο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την παγκόσμια αγροτική παραγωγή, καθώς εκτιμάται ότι περίπου το 50% των τροφίμων που παράγονται διεθνώς εξαρτώνται από τη χρήση του. Ελλείψεις στα λιπάσματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαμηλότερες αποδόσεις καλλιεργειών και σε αύξηση των τιμών βασικών προϊόντων, όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά και οι πατάτες, αλλά και των ζωοτροφών.
Η περιοχή του Κόλπου φιλοξενεί ορισμένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια λιπασμάτων παγκοσμίως. Εάν η διακοπή στις μεταφορές διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστεί η παραγωγή και να αυξηθεί σημαντικά το κόστος. Το Ιράν αποτελεί τον τέταρτο μεγαλύτερο εξαγωγέα ουρίας διεθνώς — του πιο ευρέως χρησιμοποιούμενου αζωτούχου λιπάσματος — μετά τη Ρωσία, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.
Η παραγωγή λιπασμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διαθεσιμότητα πρώτων υλών αλλά και από το ενεργειακό κόστος. Το φυσικό αέριο αντιπροσωπεύει περίπου το 60% έως 80% του κόστους παραγωγής των αζωτούχων λιπασμάτων. Παράλληλα, η προσφορά αναμένεται να πιεστεί περαιτέρω μετά το κλείσιμο μονάδων φυσικού αερίου στον Κόλπο. Το Κατάρ, για παράδειγμα, ανέστειλε τη λειτουργία της μεγαλύτερης εγκατάστασής του έπειτα από επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος.
Οι εξελίξεις έχουν ήδη επηρεάσει τις τιμές στην αγορά λιπασμάτων, αναβιώνοντας τις έντονες ανατιμήσεις που σημειώθηκαν στις αρχές του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας συμβούλων CRU Group, οι τιμές της αιγυπτιακής ουρίας — που χρησιμοποιούνται ως διεθνές σημείο αναφοράς — έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 25%, φτάνοντας τα 625 δολάρια ανά μετρικό τόνο από περίπου 484 έως 490 δολάρια την προηγούμενη εβδομάδα.
Παράλληλα, η Μέση Ανατολή αποτελεί πηγή περίπου του 45% του παγκόσμιου εμπορίου θείου, μιας βασικής πρώτης ύλης για την παραγωγή λιπασμάτων, καθώς και σημαντικών ποσοτήτων μετάλλων και βιομηχανικών χημικών. Όπως σημείωσε ο αναλυτής της CRU, Κρις Λόσον, «ενώ υπάρχουν ομοιότητες με το 2022, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ πιο σοβαρές και εκτεταμένες, ιδιαίτερα αν το Στενό του Ορμούζ παραμείνει περιορισμένο για περισσότερο από δύο εβδομάδες».
Την ίδια ώρα, περιστατικά επιθέσεων σε πλοία εντείνουν την ανησυχία. Ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων επλήγη στην περιοχή την Τετάρτη, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πυρκαγιά στο μηχανοστάσιο, σύμφωνα με βρετανικές ναυτιλιακές αρχές. Πρόκειται για το τελευταίο περιστατικό σε μια σειρά επιθέσεων κατά πλοίων, στις οποίες έχουν χάσει τη ζωή τους τουλάχιστον δύο μέλη πληρώματος.
Οι εξελίξεις έρχονται σε μια κρίσιμη περίοδο για τους αγρότες σε Ηνωμένο Βασίλειο, Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, οι οποίοι έχουν ξεκινήσει τις ανοιξιάτικες φυτεύσεις. Αν και οι περισσότεροι παραγωγοί διαθέτουν επαρκή αποθέματα λιπασμάτων για τη φετινή χρονιά, υπό κανονικές συνθήκες θα είχαν ήδη ξεκινήσει αγορές για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.
Τυχόν περιορισμός στη διαθεσιμότητα λιπασμάτων θα μπορούσε να αναγκάσει τους αγρότες να χρησιμοποιούν μικρότερες ποσότητες στις καλλιέργειές τους, γεγονός που συνήθως οδηγεί σε χαμηλότερες αποδόσεις και υψηλότερες τιμές τροφίμων. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών είχαν αυξηθεί κατά 16,5% μέσα σε έναν χρόνο έως τον Νοέμβριο του 2022, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.
Ενδείξεις νέων πιέσεων στις τιμές καταγράφονται ήδη. Ο πληθωρισμός στα είδη παντοπωλείου αυξήθηκε απροσδόκητα τον περασμένο μήνα, φτάνοντας το 4,3% στις τέσσερις εβδομάδες έως τις 22 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με το Worldpanel της εταιρείας έρευνας αγοράς Numerator.
«Βλέπουμε άμεση αστάθεια στις τιμές, αλλά σε αυτό το στάδιο είναι πολύ νωρίς για να πούμε πώς μπορεί να εξελιχθεί η κατάσταση μεσοπρόθεσμα», δήλωσε ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτών της Βρετανίας, Τομ Μπράντσο.
Οι αγρότες βρίσκονταν ήδη υπό οικονομική πίεση πριν την κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, με αυξημένα κόστη σε καύσιμα και αγροτικές εισροές. «Οι αγρότες βρίσκονταν ήδη σε δύσκολη κατάσταση και λειτουργούσαν με περιορισμένα περιθώρια κέρδους», δήλωσε ο Σβέιν Τόρε Χόλσεθερ, διευθύνων σύμβουλος της Yara, του δεύτερου μεγαλύτερου παραγωγού λιπασμάτων παγκοσμίως.
Ο ίδιος κάλεσε τις κυβερνήσεις να στηρίξουν περισσότερο τον αγροτικό τομέα, επισημαίνοντας ότι «οι τιμές των εισροών αυξάνονται, αλλά δεν έχει υπάρξει αντίστοιχη άνοδος στις τιμές των καλλιεργειών, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τους αγρότες».
Ακολούθησε το Postnow.gr στο Facebook για όλες τις τελευταίες ειδήσεις