Κατώτατος μισθός 2026: Φτάνει αδιανόητα… ψηλά – Τα σενάρια
Η παρέμβαση αφορά άμεσα περίπου 575.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα
Η αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να οριστικοποιηθεί στο υπουργικό συμβούλιο της 26ης Μαρτίου, με την κυβέρνηση να προσανατολίζεται σε αναπροσαρμογή στα επίπεδα των 920 ευρώ μικτά από την 1η Απριλίου 2026.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η εισήγηση της υπουργού Εργασίας Νίκη Κεραμέως θα προβλέπει αύξηση της τάξης των 40 ευρώ σε σχέση με τα σημερινά 880 ευρώ, επιλογή που αντανακλά τη μεταβολή του οικονομικού κλίματος τις τελευταίες εβδομάδες. Ωστόσο δεν λείπουν και οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις που μιλούν για αύξηση κατά 50 ευρώ το μήνα και να φτάσει στα 930 ευρώ.
Αρχικά, στο τραπέζι βρίσκονταν σενάρια για πιο γενναία αύξηση, που θα επιτάχυνε την επίτευξη του στόχου των 950 ευρώ ήδη από το 2026. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η νέα άνοδος των τιμών στην ενέργεια έχουν περιορίσει τα δημοσιονομικά περιθώρια και έχουν ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις, οδηγώντας σε πιο συγκρατημένες αποφάσεις.
Η αύξηση εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στο 4%, ποσοστό που αποτελεί σημείο σύγκλισης των περισσότερων εισηγήσεων που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της διαβούλευσης. Επιστημονικοί φορείς και οικονομικοί οργανισμοί έχουν προτείνει αυξήσεις μεταξύ 2,5% και 5%, με έμφαση στην ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και αποφυγής ενός νέου κύκλου ανατιμήσεων.
575.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα
Η παρέμβαση αφορά άμεσα περίπου 575.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή σχεδόν το ένα τέταρτο των μισθωτών, ενώ επηρεάζει και περίπου 600.000 δημοσίους υπαλλήλους, καθώς ο κατώτατος μισθός λειτουργεί πλέον ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο. Στο δημόσιο τομέα, η αύξηση εκτιμάται ότι θα μεταφραστεί σε ενίσχυση αποδοχών περίπου 40 ευρώ μηνιαίως.
Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η επιλογή μιας μετριοπαθούς αύξησης αποσκοπεί στη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος χωρίς να επιβαρυνθούν υπέρμετρα οι επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος λόγω ενέργειας, μεταφορών και πρώτων υλών. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι μια μεγαλύτερη αύξηση θα μπορούσε να μετακυλιστεί στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Η διαδικασία διαβούλευσης για τον καθορισμό του νέου κατώτατου μισθού έχει ήδη ολοκληρωθεί, με τους κοινωνικούς εταίρους και τα επιστημονικά ιδρύματα να καταθέτουν τις προτάσεις τους στο πλαίσιο της διαδικασίας που συντονίζει ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας.
Από τα υπομνήματα που κατατέθηκαν προκύπτει ότι η πλειονότητα των φορέων προκρίνει μια μετριοπαθή αύξηση. Οι περισσότερες εισηγήσεις κινούνται σε ένα εύρος από 2,5% έως 5%, ωστόσο το ποσοστό του 4% φαίνεται να λειτουργεί ως σημείο σύγκλισης ανάμεσα στις διαφορετικές προτάσεις.
Μια αύξηση της τάξης του 4,5% μεταφράζεται περίπου σε 40 ευρώ μηνιαίως, ένα ποσό που θεωρείται ότι μπορεί να στηρίξει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να δημιουργήσει σημαντικές πιέσεις στις επιχειρήσεις. Με βάση τα σενάρια που εξετάζονται, η τελική αύξηση αναμένεται να κινηθεί κοντά σε αυτά τα επίπεδα.
Οι αλλαγές στο Δημόσιο
Στο Δημόσιο, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα ενσωματωθεί στους βασικούς μισθούς όλων των κατηγοριών προσωπικού. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται να δουν μια αύξηση της τάξης των περίπου 40 ευρώ τον μήνα, ενώ για τους ενστόλους η αύξηση θα διαμορφωθεί ανάλογα με τη βαθμίδα και τα μισθολογικά κλιμάκια.
Μετριοπαθείς αυξήσεις στον κατώτατο μισθό προτείνουν τα περισσότερα επιστημονικά ιδρύματα που συμμετέχουν στη διαδικασία διαβούλευσης. Το ΙΟΒΕ εισηγείται αναπροσαρμογή σε εύρος 2,5% έως 3,5%, υπογραμμίζοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός γενικευμένων αυξήσεων σε όλη την κλίμακα των αμοιβών.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκτιμά ότι υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες θα μπορούσε να δοθεί αύξηση έως 4% από την 1η Απριλίου 2026. Οπως επισημαίνει, στόχος είναι να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παράλληλα, προειδοποιεί για το φαινόμενο της «διάχυσης» του κατώτατου προς τον μέσο μισθό, σημειώνοντας ότι καθεμία ποσοστιαία μονάδα αύξησης στον κατώτατο οδηγεί σε περίπου 0,55 μονάδες αύξησης στον μέσο μισθό.
Το ΚΕΠΕ προτείνει αύξηση μεταξύ 3,5% και 5%, επισημαίνοντας όμως ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλή αναλογία σε σχέση με τον διάμεσο μισθό. Αυξήσεις άνω του 4% ενδέχεται να επιβαρύνουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδιαίτερα για τις μικρές επιχειρήσεις. Στο ίδιο περίπου επίπεδο, γύρω στο 4%, κινείται και η εισήγηση του ΙΝΣΕΤΕ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες του τουριστικού κλάδου.
Οι εργοδοτικοί φορείς ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΒΕ δεν απορρίπτουν την αύξηση, αλλά ζητούν να συνοδευτεί από μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται η ΓΣΕΕ, η οποία προτείνει κατώτατο μισθό που να προσεγγίζει τα 1.052 ευρώ μεικτά το 2026, επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου στο 60% του διάμεσου μισθού.
Ακολούθησε το Postnow.gr στο Facebook για όλες τις τελευταίες ειδήσεις